Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα

ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ - ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ - ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ - ΣΕΛΙΔΑ 102

Καλωσήρθατε στο αρτιότερο Κρητικό Λεξικό με κρητικές λέξεις από την κρητική διάλεκτο και το κρητικό λεξιλόγιο - γλωσσάρι!

Εδώ θα βρείτε κρητικές λέξεις με την ερμηνεία τους, την ετυμολογία τους, παραδείγματα χρήσης, συνώνυμα και αντίθετα.

Για να αναζητήσετε μια λέξη μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον κεντρικό μηχανισμό αναζήτησης στο πάνω μέρος της σελίδας.

Αν πατήσετε σε ένα από τα ακόλουθα γράμματα, θα προβληθούν μόνο οι λέξεις που αντιστοιχούν σε αυτό.

Όλα
Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Ή   Θ   Ί   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Ύ   Φ   Χ   Ψ   Ώ

πούλαρος

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
νεαρό γαϊδουράκι αλλά με μεγάλη ανάπτυξη

πούλος

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
μούτζα

πούρι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
βέβαια, αλήθεια, πάντως, όντως
Παράδειγμα: 
ήθελες πούρι να την παντρευτείς; = όντως ήθελες να την παντρευτείς

πουσούνια

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ψώνια
Ετυμολογία: 
[<ψώνια], αν το ψ γραφτεί πσ και προφερθούν τα γράμματα χωριστά προφέρεται πουσου...

πουσουνίζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ψωνίζω
Ετυμολογία: 
[<ψωνίζω], αν το ψ γραφτεί πσ και προφερθούν τα γράμματα χωριστά προφέρεται πουσου...

πράμα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κάτι | τίποτα | πράγμα
Παράδειγμα: 
έχεις πράμα να φάμε; όι δεν έχω πράμα | ήντα πράματα είναι τουτανά που κάνεις = τι κακές ενέργειες κάνεις;

πράσσω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
βρίχνομαι, συχνάζω, πράττω

πρεμαζώνω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
συμμαζεύω, περιμαζεύω, περμαζώνω

πρεπιά

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
αξιοπρέπεια, ευπρέπεια, ομορφιά

πρεπίζομαι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ευπρεπίζομαι

πρεπίζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τιμώ και εκτιμώ ιδιαίτερα κάποιον

πρεπό

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
το πρέπον, το πρεπός

πρίκα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
πίκρα

πρικιός

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
πικρός, επρίκιανα = πίκρανα

πριχού

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
προτού, πριν

προβαίρνω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
εμφανίζομαι από κάπου, βγαίνω από κάπου, παρουσιάζομαι | κάνω πρόβα σε κάτι

πρόβαρμα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
και πρόβερμα, το μέρος που όταν φτάσουμε, (προβάλουμε κάπου), εμφανίζεται μπροστά μας ένα μεγάλο μέρος που δεν φαινόταν από πριν

προβέρνω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
προβάλλω, βγαίνω έξω, εμφανίζομαι

προπατάρης

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
αυτός που πάει κάπου με τα πόδια
Παράδειγμα: 
επήγα προπαταρά στο χωργιό γιατί 'θελε το γάϊδαρο ο άντρας μου να πάει στο χωράφι

προπατώ

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
περπατώ
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα