Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα

ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ - ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ - ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ 'Π' - ΣΕΛΙΔΑ 5

Καλωσήρθατε στο αρτιότερο Κρητικό Λεξικό με κρητικές λέξεις από την κρητική διάλεκτο και το κρητικό λεξιλόγιο - γλωσσάρι!

Εδώ θα βρείτε κρητικές λέξεις με την ερμηνεία τους, την ετυμολογία τους, παραδείγματα χρήσης, συνώνυμα και αντίθετα.

Για να αναζητήσετε μια λέξη μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον κεντρικό μηχανισμό αναζήτησης στο πάνω μέρος της σελίδας.

Αν πατήσετε σε ένα από τα ακόλουθα γράμματα, θα προβληθούν μόνο οι λέξεις που αντιστοιχούν σε αυτό.

Όλα
Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Ή   Θ   Ί   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Ύ   Φ   Χ   Ψ   Ώ

πο σπέρα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
αφ' εσπέρας, από σπέρα

ποβγάνω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
βγάνω έξω, ξεπροβοδίζω

ποδαγκάνομαι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
δαγκώνομαι από αμηχανία

ποδέρνω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τελειώνω το δάρσιμο κάποιου

ποδέχομαι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
υποδέχομαι

ποδιαλέγουρα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
Τα κακής ποιότητας πράγματα , τα σκάρτα, που απομένουν μετά την επιλογή των καλύτερων. Η σκαρταδούρα. Τα πραγματα β'διαλογής.

ποδίδω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
καταντώ

ποδυνάζομαι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
υπομένω αντέχω

ποθαίνω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
πεθαίνω
Ετυμολογία: 
[< αποθαίνω < αποθνήσκω]

ποθές

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
πουθενά | κάπου
Παράδειγμα: 
επήγες ποθές οψές; = επήγες κάπου χθές; Όϊ, δεν επήγα ποθές = Όχι δεν επήγα πουθενά

ποθέτω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
εναποθέτω, αφήνω εκεί

ποκάνω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τελειώνω κάτι | πόκαμα = κουράστηκα πολύ, δηλ. τέλειωσε η δύναμή μου

ποκρεμούμαι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
αποκρεμιέμαι

πολιβανωμένος

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
χλωμιασμένος

πολλά

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ως επιτατικό άλλης λέξης = πολύ
Παράδειγμα: 
πολλά βαρύ = πολύ βαρύ

πομένει

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
μένει, απομένει, περισεύει

πορευτής

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
αυτός που περνάει, ο περαστικός

πορίζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
βγαίνω έξω από ένα κλειστό χώρο, φεύγω

πορόκλαδο

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ένα μεγάλο κλαδί που κλείνει την είσοδο, τον πόρο, σ ένα χωράφι να μη βγαίνουν ή μπαίνουν ζώα μέσα

πόρος

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
είσοδος, οπή, τρύπα, είσοδος χωραφιού
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα