Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα

ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ - ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ - ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ 'Κ' - ΣΕΛΙΔΑ 9

Καλωσήρθατε στο αρτιότερο Κρητικό Λεξικό με κρητικές λέξεις από την κρητική διάλεκτο και το κρητικό λεξιλόγιο - γλωσσάρι!

Εδώ θα βρείτε κρητικές λέξεις με την ερμηνεία τους, την ετυμολογία τους, παραδείγματα χρήσης, συνώνυμα και αντίθετα.

Για να αναζητήσετε μια λέξη μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον κεντρικό μηχανισμό αναζήτησης στο πάνω μέρος της σελίδας.

Αν πατήσετε σε ένα από τα ακόλουθα γράμματα, θα προβληθούν μόνο οι λέξεις που αντιστοιχούν σε αυτό.

Όλα
Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Ή   Θ   Ί   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Ύ   Φ   Χ   Ψ   Ώ

κορφάλι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
μικρή κορφή

κορφή

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κορυφή

κορφολογώ

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κόβω τις κορφές βλαστού,περιποιούμαι , | περιορίζω

κοσαρά

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
καμμιά κοσαρά πρόβατα, = περίπου είκοσι πρόβατα (κοσπενταρά = 25 κλπ)

κοτζάμ

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τόσο μεγάλος
Παράδειγμα: 
ε Μανωλιό εψήλωσες πολύ! Έχω να σε δω ένα χρόνο κι εγίνηκες κοτζάμ άντρας

κοτσιπίδα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
σκώρος

κοτσιπίδιασε

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
το έφαγε ο σκόρος

κουβαλές

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ο μεταφορέας, αυτός που κουβαλά κάτι

κουβεδιάζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κουβεντιάζω, συζητώ, συνομιλώ

κούγια κούγια

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
σιγά σιγά

κουγιουμτζής

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
χρυσοχόος

κουζουλάδα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τρέλλα, χαζομάρα, κουτουράδα, απερισκεψία

κουζουλαίνομαι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τρελαίνομαι
Ετυμολογία: 
< κουζουλός
Παράδειγμα: 
Όφου και κουζουλάθηκα με σένα που 'χω μπλέξει σαν το μωρό εγίνηκα που προσπαθεί να παίξει!
Συνώνυμα: 
τρεζαίνομαι, τροζαίνομαι

κουζουλός

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τρελός
Ετυμολογία: 
1. [< μσν. κουζουλός < κούζα (στάμνα χωρίς χέρι)] | 2. [< τουρκική λέξη "kuzu" που σημαίνει αρνί. Στη συγκεκριμένη λέξη αν προσθέσεις την κατάληξη "lu" που δηλώνει το με, έχεις ένα αποτέλεσμα που σημαίνει "με αρνί", δηλαδή με ιδιότητα συμπεριφοράς αρνιού που συνήθως ειναι απρόσμενη]

κουκαλίζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
μασάω κάτι τραγανό αλλά σκληρό

κούκλης

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
πετεινός

κουκουβίζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κάθομαι με διπλωμένα πόδια

κουκουλώνομαι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
σκεπάζομαι από κορφής,ολόκληρος |μτφ.παντρεύομαι

κουλαντρίζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
έχω τον έλεγχο σε κάποιον, σε κάτι, κατορθώνω, εξουσιάζω, υποτάσσω, διοικώ, διαχειρίζομαι, διευθύνω, καθοδηγώ, αντιμετωπίζω, καταφέρνω κάτι, τα βγάζω πέρα, ελέγχω, χαλιναγωγώ

κουλούκι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
σκύλος και μικρός σκύλος
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα