Κρητικό Λεξικό - Κρητική Διάλεκτος - Κρητικό Λεξιλόγιο - Σελίδα 6

Καλωσήρθατε στο Κρητικό Λεξικό του crete.mmx.gr!
Το αρτιότερο λεξικό για την κρητική διάλεκτο και το κρητικό λεξιλόγιο στο διαδίκτυο!

Εδώ θα βρείτε την ερμηνεία των κρητικών λέξεων, την ετυμολογία τους, παραδείγματα χρήσης, συνώνυμα και αντίθετα.

Για να αναζητήσετε μια λέξη μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον κεντρικό μηχανισμό αναζήτησης στα αριστερά.

Αν πατήσετε σε ένα από τα ακόλουθα γράμματα, θα προβληθούν μόνο οι λέξεις που αντιστοιχούν σε αυτό.

Όλα
Α  | Β  | Γ  | Δ  | Ε  | Ζ  | Ή  | Θ  | Ί  | Κ  | Λ  | Μ  | Ν  | Ξ  | Ο  | Π  | Ρ  | Σ  | Τ  | Ύ  | Φ  | Χ  | Ψ  | Ώ

αγούδουρας

Ερμηνεία: 
ελαφρύς θάμνος, που τον παίρνει ο αέρας

αγουδουρές

Ερμηνεία: 
(οι) τα άπλυτα ρούχα

αγουμέντο

Ερμηνεία: 
πρόοδος, προκοπή

αγρελιά

Ερμηνεία: 
η άγρια ελιά που δεν έχει εμβολιασθεί
Συνώνυμα: 
αγρουλιά, ασγουρλίδα, αγουρλίδα, αγριλιά

αγριάκονο

Ερμηνεία: 
ακόνι χωρίς λεία επιφάνεια

αγριαμανίτης

Ερμηνεία: 
άγριο μανιτάρι

αγριεύομαι

Ερμηνεία: 
αγριεύω, έχω αγριέψει

αγρίμι

Ερμηνεία: 
κρητικός αίγαγρος, κρι - κρι

αγριμόγες

Ερμηνεία: 
άγριες αίγες

αγριμολόγος

Ερμηνεία: 
κυνηγός αγριμιών

αγριμολογώ

Ερμηνεία: 
κυνηγώ αγρίμια

αγριμοπόδαρος

Ερμηνεία: 
αυτός που έχει πόδια γρήγορα και δυνατά όπως το αγρίμι

αγρίνακας

Ερμηνεία: 
άγριο δέντρο της Κρήτης

αγριοασφεντυλιά

Ερμηνεία: 
άγριος ασφόδελος

αγριόβιολα

Ερμηνεία: 
άγρια βιόλα, αγριολούλουδο

αγριομαδαρίτης

Ερμηνεία: 
ο βουνίσιος

αγριοξανοίγω

Ερμηνεία: 
κοιτάζω κάποιον με άγριο βλέμμα

αγροίκητος

Ερμηνεία: 
ο ανυπάκουος, αυτός που δεν παίρνει από λόγια

αδέ

Ερμηνεία: 
αν δεν, αν όχι

αδειά

Ερμηνεία: 
ευκαιρία, δυνατότητα
Συνώνυμα: 
άδεια