Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα

ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ - ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ - ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ 'Κ' - ΣΕΛΙΔΑ 4

Καλωσήρθατε στο αρτιότερο Κρητικό Λεξικό με κρητικές λέξεις από την κρητική διάλεκτο και το κρητικό λεξιλόγιο - γλωσσάρι!

Εδώ θα βρείτε κρητικές λέξεις με την ερμηνεία τους, την ετυμολογία τους, παραδείγματα χρήσης, συνώνυμα και αντίθετα.

Για να αναζητήσετε μια λέξη μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον κεντρικό μηχανισμό αναζήτησης στο πάνω μέρος της σελίδας.

Αν πατήσετε σε ένα από τα ακόλουθα γράμματα, θα προβληθούν μόνο οι λέξεις που αντιστοιχούν σε αυτό.

Όλα
Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Ή   Θ   Ί   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Ύ   Φ   Χ   Ψ   Ώ

καρτσόνια

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κάλτσες

καρφίχτης

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
καθρέπτης

κάσες

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
βρωμιές στα ρούχα ή στο σώμα

κασίδης

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
αυτός που που δεν έχει μαλλιά

καταδιά

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τακτοποίηση, αποκατάσταση

κατακαίρι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κακός καιρός

κατακεφαλιά

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
δυνατή ξυλιά στο κεφάλι

κατακεφαλίδι

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
δυνατή ξυλιά στο κεφάλι, κατακεφαλιά

καταλαγιάζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ηρεμώ

καταλιώ

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
φθείρω | εξολοθρεύω
Παράδειγμα: 
εκατάλυσα την καλίκωση (βλ.λ) μου να τονε γυρεύω = έλιωσα, έφθειρα τα παπούτσια μου να τον ψάχνω

καταπότης

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
αυλάκι νερού, μέρος που χάνεται το νερό στο έδαφος

καταπριγώνω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
καταπραϋνω, εξευμενίζω, καλοπιάνω, ημερεύω, μαλακώνω

κατάσαρκα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
ακριβώς πάνω στη σάρκα
Παράδειγμα: 
έβαλε κατάσαρκα τη μάλλινη μπλούζα και τον έξυνε

καταστέματα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
η προσπάθεια και το αποτέλεσμα κάποιου για πρόοδο. (συχνά χρησιμοποιείται με ειρωνεία)
Συνώνυμα: 
αναστέματα, ανεστέματα

καταστένω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
τακτοποιώ, περιποιούμαι, φροντίζω | τιμωρώ,

καταχερίζω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
δέρνω κάποιον χρησιμοποιώντας τα χέρια μου

κατές

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
κατέχεις, γνωρίζεις, κατέεις

κατέχω

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
γνωρίζω καλά
Ετυμολογία: 
[< αρχ. κατέχω < κατά + έχω]
Συνώνυμα: 
γατέχω, κατέω

κάτης

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
(ο) η γάτα

κατίνα

Ερμηνεία / Τι σημαίνει: 
πλάτη
Παράδειγμα: 
σήκωσα το τσουβάλι και ξεκατινιάστηκα | πόνεσε η κατίνα μου, η πλάτη μου
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα
Επαναφορτιζόμενες Μπαταρίες - Ηλεκτρικά Οχήματα